Το Μακεδονικό ζήτημα και ο εθνικισμός στα Βαλκάνια

Με αφορμή την αναγνώριση της Μακεδονικής γλώσσας από τους υπεύθυνους του αεροδρομίου «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης, καθώς και τον διαδικτυακό εθνικιστικό παροξυσμό και τις αντιδράσεις που ξέσπασαν έπειτα από τη διάδοση του γεγονότος, ξύνοντας στην ουσία πληγές από το παρελθόν, θεωρήσαμε σημαντικό να καταθέσουμε τις παρακάτω απόψεις σχετικά με το Μακεδονικό ζήτημα:

Η Νοτιοανατολική Ευρώπη μετά το Συνέδριο του Βερολίνου

Με την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου (από τη Μ. Βρετανία, την Αυστρουγγαρία, την Γερμανία, την Ρωσία, την Γαλλία, την Ιταλία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία) τον Ιούλιο του 1878, η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε τα περισσότερα εδάφη της στην Ευρώπη. Ένα τμήμα της Βουλγαρίας αυτονομήθηκε (αν και οι Οθωμανοί κρατούσαν την επικυριαρχία εκεί), όπως αυτονομήθηκε και η περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας, ενώ η Ρουμανία, το Μαυροβούνιο και η Σερβία ανεξαρτητοποιήθηκαν. Επίσης, οι Οθωμανοί έχασαν την Βοσνία – Ερζεγοβίνη που τελούσε υπό αυστριακή στρατιωτική κατοχή και ταυτόχρονα επαναπροσδιορίστηκαν τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Ελλάδα. Μια από τις κυριότερες πολιτικές συνέπειες της συνθήκης αυτής ήταν η απαρχή του ανταγωνισμού για την κυριαρχία επί της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας, μεταξύ των Οθωμανών, της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Εκτός των εντάσεων που δημιουργήθηκαν με σκοπό την επίλυση του εθνοχωροταξικού ζητήματος υπέρ κάποιας από τις εμπλεκόμενες πλευρές, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η διεκδίκηση της «πατρότητας» της Μακεδονίας σε επίπεδο λαϊκού φαντασιακού, η οποία επιχειρήθηκε από μερικές πλευρές με την διάχυση εθνικιστικών αντιλήψεων.

Έτσι, στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, άρχισε ένας βίαιος ανταγωνισμός κυρίως μεταξύ Τούρκων, Ελλήνων και Βουλγάρων (αλλά, δευτερευόντως, και Σέρβων και Αλβανών). Όλες οι πλευρές προσπάθησαν να κυριαρχήσουν σε μια περιοχή όπου η πλειοψηφία των κατοίκων δεν είχε διαμορφωμένη εθνική συνείδηση ούτε τασσόταν ανοιχτά και πρόδηλα υπέρ κάποιας από τις εμπλεκόμενες «εθνικές παρατάξεις». Συνέπεια των εντάσεων αυτών ήταν η δημιουργία – κατόπιν πιέσεων που άσκησαν οι «προστάτιδες δυνάμεις» της εποχής (Μ.Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία και Αυστρουγγαρία) προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία – ενός αυτόνομου «κράτους» στην περιοχή της Μακεδονίας, το οποίο ήταν υποτελές στους Οθωμανούς και στη διακυβέρνηση του οποίου συμμετείχαν Τούρκοι, Έλληνες, Βούλγαροι και Εβραίοι (δηλαδή οι λαοί που είχαν την πιο έντονη παρουσία στη Θεσσαλονίκη).

Μετά το κίνημα των Νεότουρκων, το 1908 και την επανενσωμάτωση της Μακεδονίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 ήταν η αναπόφευκτη εξέλιξη 35 ετών διαρκών και πολύπλευρων εντάσεων και εθνικιστικού μίσους. Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων η Μακεδονία μοιράστηκε μεταξύ Ελλάδας (που πήρε το μεγαλύτερο τμήμα της), Σερβίας και Βουλγαρίας.

Την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, δημιουργήθηκε και πάλι ένταση μεταξύ Γιουγκοσλαβίας (ανεξάρτητο κράτος από το 1929) και Βουλγαρίας και τελικά, μετά την ήττα των Γερμανών, η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία αποτέλεσε μία από τις 6 ομόσπονδες δημοκρατίες της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και οι κάτοικοί της αναγνωρίστηκαν από την Γιουγκοσλαβία ως το έθνος των Μακεδόνων.

Με την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας κατόπιν των εμφυλίων πολέμων το 1991, η Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας αποσχίστηκε και κήρυξε την ανεξαρτησία της, αυτo-ονομαζόμενη ως “Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Η Ελλάδα αντιτάχθηκε στο γεγονός και δεν αναγνώρισε το γειτονικό κράτος μ’ αυτή την ονομασία, με το επιχείρημα ότι προκαλείται σύγχυση με το ελληνικό γεωγραφικό/διοικητικό διαμέρισμα της Μακεδονίας, και ότι οι κάτοικοι της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν δικαιούνται να αυτοπροσδιoρίζονται ως «Μακεδόνες» που μιλούν την «μακεδονική» γλώσσα, την οποία σήμερα στην Ελλάδα αυτοί που τη μιλούν δεν ξεπερνούν τους 250.000, αφού η πλειοψηφία της μακεδονικής μειονότητας εκδιώχθηκε από την ελληνική επικράτεια. H Ελληνική πλευρά επίσης, αρνείται την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας στον Ελλαδικό χώρο.

Η στάση μας απέναντι στο ζήτημα

Θα ήταν ιδιαίτερα απλουστευτικό αν λέγαμε ότι καλλιεργείται εχθρότητα και από τις δυο πλευρές. Παρόλα αυτά, η άποψη αυτή, όσο εύκολη και αν φαντάζει, κρύβει μέσα της μια αλήθεια, αντανακλά μια πραγματικότητα: το γεγονός πως η Βαλκανική χερσόνησος ποτέ της δεν κατάφερε να απογαλακτιστεί από το εθνικιστικό φαντασιακό. Η στάση της Ελλάδας απέναντι στους γείτονες και κυρίως τους Μακεδόνες ήταν πάντα ακραία, ρατσιστική και αποκρουστική. Ο ίδιος ο Χ. Τρικούπης, μάλιστα, έλεγε: «Όταν έλθει ο μέγας πόλεμος η Μακεδονία θα γίνει Ελληνική ή Βουλγαρική κατά τον νικήσαντα. Αν τη λάβωσιν οι Βούλγαροι θα εκσλαβίσωσι τον πληθυσμόν. Αν ημείς την λάβομεν, θα τους κάνομεν όλους έλληνας μέχρι της Ανατολικής Ρωμυλίας».

Στη συνέχεια, το μποϋκοτάζ ενάντια στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) και το εμπορικό εμπάργκο που επέβαλαν οι Ελληνικές κυβερνήσεις, επέφερε σημαντικό πλήγμα στις σχέσεις των δύο χωρών (πέρα από τις οικονομικές επιπτώσεις). Τα συλλαλητήρια του ’92 αντανακλούν τη χυδαιότητα του Ελληνικού ρατσισμού που επιβιώνει ακόμη και σήμερα, εκφράζοντας την περιφρόνηση που νιώθει ο μέσος Έλληνας για το διαφορετικό. Ας δούμε, όμως, και μερικές περιπτώσεις εθνικιστικού φανατισμού από την απέναντι πλευρά. Πριν από μερικές εβδομάδες στο καρναβάλι της πρωτεύουσας της ΠΓΔΜ κηδεύτηκε φέρετρο, πάνω στο οποίο ήταν τυλιγμένη η Ελληνική σημαία. Πριν από μερικά χρόνια, εκδρομή Ελληνικού πούλμαν δέχτηκε επίθεση από ομάδες Μακεδόνων εθνικιστών. Στη Βόρεια Ήπειρο (Αλβανία), μια ακόμη περιοχή που αμφισβητείται τόσο από την Ελληνική όσο και από την Αλβανική πλευρά, Έλληνας έπεσε θύμα ρατσιστικής δολοφονίας Αλβανών εξτρεμιστών. Το γεγονότα αυτά δεν έχουν να κάνουν με μυστικές συνωμοσίες και κρυφά σχέδια, όπως επικαλούνται οι διάφοροι λαϊκοπατριώτες (δηλαδή εθνικιστές). Αντανακλούν, στην ουσία, τη μισαλλοδοξία που έχει καλλιεργηθεί στην ευρύτερη περιοχή που και αυτή, με τη σειρά της, αποτελεί έκφραση χρόνιων πολιτικών, θρησκευτικών, και πολιτισμικών συγκρούσεων μεταξύ των διαφορετικών εθνικών ομάδων που κατοικούν στα Βαλκάνια. Ένα από τα χυδαιότερα παραδείγματα είναι οι πρόσφατες εθνοφυλετικές συγκρούσεις στην περιοχή μετά την πτώση του Σταλινισμού και τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, καθώς και η μαζική σφαγή των μουσουλμάνων της Σρεμπρένιτσα από Σέρβους υπερορθόδοξους νεοναζί, με τη συμμετοχή Ελλήνων φασιστών οι οποίοι οικειοθελώς προσέφεραν χείρα βοηθείας στους «αδερφούς ομόδοξους», με τη σιωπηλή ανοχή μεγάλου κομματιού της Ελληνικής κοινωνίας.

Οι εθνικιστικές τάσεις, όπως είδαμε, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής ζωής σε ολόκληρη την Βαλκανική χερσόνησο εδώ και ενάμιση αιώνα. Από τον εθνικιστικό αυτό παροξυσμό, που έχει κοστίσει εκατοντάδες χιλιάδες ζωές και απίστευτη δυστυχία σε τόσες γενιές, θα ήταν αδύνατο να ξεφύγουν οι Μακεδόνες εθνικιστές. Η έξαρση του εθνικισμού κυρίως σε Ελλάδα και (κατ’ επέκταση) σε ΠΓΔΜ, είναι φαινόμενα παράλληλα, ταυτόχρονα και αλληλοτροφοδοτούμενα. Όπως ο ελληνικός εθνικισμός φτάνει στο σημείο να επιθυμεί την ΠΓΔΜ ως ελληνική επαρχία η οποία εκτείνεται έως τα σύνορα με τη Σερβία ή καλλιεργεί στο εσωτερικό της χώρας την εθνικιστική μισαλλοδοξία και τον φανατισμό με την χρήση εκφράσεων όπως «γυφτοσκοπιανοί» [1], έτσι και ο εθνικισμός των Μακεδόνων εκφράζεται με αντίστοιχα κωμικοτραγικά καμώματα: χάρτες που εμφανίζουν την «Μεγάλη Μακεδονία» που φτάνει μέχρι το Θερμαϊκό, συλλαλητήρια, σημαίες με τον ήλιο της Βεργίνας και παραποίηση της Ιστορίας μέσα από τα σχολικά βιβλία, είναι η άλλη όψη του ίδιου εθνικιστικού νομίσματος. Για εμάς ζητούμενο όμως δεν πρέπει να είναι μια στείρα αντιδικία για το ποιός εθνικιστής είναι πιο ηλίθιος και πιο επικίνδυνος, αλλά, αντίθετα, παρατηρώντας τον εθνικισμό των γειτόνων μας έχουμε μια καλή ευκαιρία να κρίνουμε τον δικό μας, σιχαμερό και ίσως πιο επικίνδυνο εθνικισμό.

Οι «κυνηγοί προδοτών», ομοϊδεάτες του Νοβηγού μακελάρη Άντρες Μπρέιβικ σε εθνικιστικό παροξυσμό

Ένας από τους βασικότερους λόγους που ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να καλλιεργούνται αυτού του είδους οι συγκρούσεις, είναι η έλλειψη κληρονομιάς αυτονομίας και πραγματικών δημοκρατικών παραδόσεων. Αυτό συνεπάγεται κλειστότητα και διαιώνιση του προβλήματος μέσα από μια απόλυτα μανιχαϊστική σκοπιά. Ως εκ τούτου, το δίλημμα παύει πλέον να είναι Ελλάδα ή ΠΓΔΜ,  Ορθόδοξοι Χριστιανοί ή Μουσουλμάνοι. Το πραγματικό δίλημμα είναι: συνύπαρξη, αλληλεγγύη, κατανόηση, αποδοχή και συμβίωση ή διαχωρισμός, αντιπαλότητα, φανατισμός, συνωμοσιολογία, και προγονολατρεία; Η πολιτική, όντας γέννημα του ανθρωπολογικού τύπου ζώον λόγον έχων, εκφράζει την επιθυμία μας να ζούμε στον κόσμο αυτό σαν φίλοι και όχι σαν εχθροί. Καλούμαστε να διαλέξουμε εάν επιθυμούμε το διεθνισμό και τη συνύπαρξη των ανθρώπων ή τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία. Δε χρειάζεται, λοιπόν, ν’ αναλωθούμε καν σε ζητήματα όπως ποιός είναι ο γνήσιος απόγονος του «Μεγάλου» Αλεξάνδρου, ενός από τους μεγαλύτερους σφαγείς των αρχαίων χρόνων. Μπορεί βέβαια, για κάποιους να μην είναι καν σφαγέας, αλλά όπως ειρωνικά θα έλεγαν κάποιοι «ο άνθρωπος που διέδωσε τον Ελληνικό πολιτισμό» [2]. Ο,τιδήποτε και αν ήταν, ωστόσο, κανείς και τίποτα δεν μπορεί ν’ αποδείξει ότι οι σημερινοί κάτοικοι της περιοχής, έπειτα από τόσες χιλιάδες χρόνια πολέμων, πολιτισμικών και φυλετικών αναμείξεων, είναι οι ίδιοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, τόσο οι Μακεδόνες, όσο και οι σύγχρονοι Έλληνες [3]. Έτσι λοιπόν, όποιος σήμερα προωθεί την ειρήνη και την συνεργασία στην περιοχή (τόσο από τη μια όσο και από την άλλη πλευρά) κατηγορείται ως «προδότης». Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όπου οι κραυγές και οι κατάρες αντικαθιστούν τον διάλογο και την ειρηνική συνύπαρξη, είναι αδιανόητο να δοθούν βιώσιμες και λογικές απαντήσεις πάνω στο τεράστιο (που ίσως καταλήξει για ακόμη μια φορά τερατώδες) αυτό ζήτημα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι πίσω από την υποστήριξη που λαμβάνει το κρατος της ΠΓΔΜ από τις Η.Π.Α. και τις υπόλοιπες χώρες που πρόσκεινται στον πολιτικό άξονα επιρροής τους, υπάρχουν γεωπολιτικά σχέδια (και αυτό δεν αποτελεί θεωρία συνωμοσίας αφού είναι αποδεδειγμένο και προφανές πως η εμπλοκή των Η.Π.Α. στην περιοχή μετά την πτώση του Σταλινισμού, ήταν καθοριστική). Ούτε επίσης θα πρέπει ν’ αποκλείσουμε το ενδεχόμενο η οποιαδήποτε φιλομακεδονική στάση να τροφοδοτείται από παραδοσιακά αντι-Ελληνικές θέσεις (χαρακτηριστικό παράδειγμα η στάση Ολλανδίας που από τη μια μεν δικαίως υποστήριζε τη στάση των Μακεδόνων ενάντια στις Ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά εντός της χώρας αυτής υπήρχε πάντα ένα έντονο αντι-Ελληνικό αίσθημα [4]). Η άποψη όμως, ότι η ΠΓΔΜ ευνοείται από τη Δύση με σκοπό, αποκλειστικά και μόνο, την προώθηση του Αμερικανικού ιμπεριαλισμού και συνεπώς γι’ αυτόν τον λόγο οφείλουμε να μποϋκοτάρουμε την αναγνώρισή της, επισκιάζει την έξαρση του Ελληνικού εθνικισμού και του τυφλού αντιδυτικισμού που κυριαρχεί στην Ελληνική κοινωνία (ενός αντιδυτικισμού κίβδηλου και αντιφατικού, αφού στην Ελλάδα από τη μια κυριαρχεί η αντίληψη πως ο,τιδήποτε φέρει την σφραγίδα του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πάντα καλύτερο και αξιοζήλευτο, ενώ από την άλλη η ολοκληρωτική εισβολή και επικράτηση του Δυτικού καταναλωτικού μοντέλου που καταστρέφει κάθε ίχνος τοπικού πολιτισμού, υιοθετείται όλο και περισσότερο αβασάνιστα).

Πίσω απ’ τις συνωμοσιολογικές υστερίες πως ο Κίσινγκερ επεδίωκε να χτυπήσει τη ρίζα της Ελληνικής αντίστασης, την ιστορία και την πολιτισμική κληρονομιά του τόπου (μια θέση που ο ίδιος ο διέψευσε επίσημα και η οποία, σε κάθε περίπτωση είναι μια παράλογη προσέγγιση της πραγματικότητας για τον απλό λόγο ότι ένας άνθρωπος δεν μπορεί να κινεί τα νήματα της πολιτικής και της ιστορίας μιας ολόκληρης περιοχής), όπως επίσης και τα παραληρήματα των Θεοδωράκη, Λαζόπουλου, Χαρδαβέλα, Λιακόπουλου και Σαμαρά (Δίκτυο 21), κρύβεται η απάνθρωπη στάση μας, δηλαδή η άρνηση της ύπαρξης της μακεδονικής μειονότητας, του μακεδονικού λαού, του οποίου κράτος είναι η ΠΓΔΜ. Έτσι κι αλλιώς, κανείς στον κόσμο δεν έχει ενδοιασμό ν’ αποκαλεί το μικρό αυτό κράτος ως Μακεδονία, με εξαίρεση τους Έλληνες εθνικιστές που δεν τους μένει καμία άλλη οδός παρά ο συμβιβασμός με την διάθεση των νοτιοσλάβων ν’ αυτοπροσδιορίζονται όπως οι ίδιοι επιθυμούν.

«Οι Έλληνες δημαγωγοί χειρίστηκαν αυτό το θέμα με ελεεινό τρόπο, που μπορεί να έχει πολύ άσχημες επιπτώσεις στο μέλλον της χώρας […] Ας πάρουμε το πρόβλημα στη βάση του. Όπως ίσως ξέρετε, εγώ είμαι υπέρ της κατάργησης των συνόρων και, επίσης, εχθρός κάθε εθνικισμού. Αλλά όσο υπάρχουν σύνορα, οποιαδήποτε βίαια μεταβολή αναζωπυρώνει τους εκατέρωθεν εθνικισμούς και μας πηγαίνει μερικούς αιώνες πίσω. Όμως ποια ελληνικά σύνορα κινδυνεύουν και από ποιόν; Ασφαλώς, όχι τα βόρεια και ασφαλώς, όχι από την κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Επιπλέον, αυτά τα σύνορα είναι εγγυημένα από το NATO. Αντιθέτως, δεν είναι εγγυημένα από το NATO τα ελληνικά σύνορα με την Τουρκία (το NATO δεν καλύπτει διενέξεις μεταξύ των μελών του). Το ότι η Τουρκία έχει βλέψεις στα νησιά του Αιγαίου και στη Δυτική Θράκη είναι γνωστό. Ποιός είναι ο ενδεχόμενος κίνδυνος; Να επωφεληθεί η Τουρκία της πυρκαγιάς στα Βαλκάνια, για να βάλει χέρι στη Δυτική Θράκη και σε τρία τέσσερα νησιά του Αιγαίου. Η ελληνική πλευρά θα έπρεπε, από την αρχή, να πει ότι θα αναγνωρίσει το νέο κράτος, εφόσον: πρώτον, προστεθεί ένας επιθετικός προσδιορισμός στο όνομα του· δεύτερον, αναγνωριστεί ρητά και με διεθνή εγγύηση το απαραβίαστο των σημερινών συνόρων· τρίτον, αφαιρεθεί το σύμβολο της Βεργίνας από τη σημαία του […] Το έλλογο αυτών των όρων, εάν οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν κάνει στοιχειωδώς τη δουλειά τους, δεν μπορούσε παρά να έχει αναγνωριστεί και από τις χώρες του NATO και από τη διεθνή κοινή γνώμη. Αντί γι’ αυτό, τι κάνουμε; Οργανώνουμε συλλαλητήρια, στα οποία αυτοδιεγειρόμαστε. Διακηρύσσουμε την αλληλεγγύη και τη συμμαχία μας με τους εθνικοκομμουνιστές δήμιους Μιλόσεβιτς και Κάρατζιτς, τους οποίους απεχθάνεται όλη η υφήλιος. Διακόπτουμε τις συζητήσεις στη Νέα Υόρκη με τους εκπροσώπους της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Και, τέλος, κηρύσσουμε εμπορικό αποκλεισμό σε μια μικρή χώρα που βρίσκεται σε απόγνωση. Η εικόνα που δίνει με αυτόν τον τρόπο σήμερα στον κόσμο η Ελλάδα είναι το λιγότερο θλιβερή». (Κορνήλιος Καστοριάδης, «Είμαστε Υπεύθυνοι για την Ιστορία μας», συνεντεύξεις μεταφράσεις-επιμέλεια Τέτα Παπαδοπούλου, Πόλις, Αθήνα 2001.)

Μειονότητες, διαφορετικότητα και ατομικότητα

Τελειώνοντας, θα πρέπει να θέσουμε ένα ακόμη ζήτημα, προκειμένου να θίξουμε όχι μόνο την κλειστότητα (και, κατ΄επέκταση την επικινδυνότητα) του εθνικισμού, αλλά και για να κατανοήσουμε πώς θα ήταν δυνατό να μεγιστοποιηθούν οι πιθανότητες συμβίωσης μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο. Θεωρούμε ότι το βασικό σφάλμα έγκειται στο ότι έχουμε μάθει ν’ αντιμετωπίζουμε τις εθνικές ομάδες μαζικά και αυτούσια, αγνοώντας (περιέργως) το άτομο σαν ξεχωριστή μονάδα έκφρασης και αυτο-προσδιορισμού. Το γεγονός αυτό, η λεγόμενη γενίκευση, αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα έλλειψης δημοκρατικής σκέψης που συναντά κανείς όχι μόνο σε περιοχές όπου οι εθνοφυλετικές συγκρούσεις είναι έντονες και οι πολιτισμικές/γεωγραφικές διεκδικήσεις αποτελούν γκρίζες ζώνες, αλλά σχεδόν παντού.

Ο καθένας είναι διαφορετικός και ανεξάρτητα με το που έχει γεννηθεί δικαιούται και πρέπει να μπορεί να υιοθετεί άλλες αντιλήψεις και ιδέες έξω, πάνω και πέρα από αυτές που του δόθηκαν. Καμία εξουσία και κανένας νόμος δεν θα πρέπει να ακολουθείται τυφλά, έλεγε κάποτε ο Ρουσσώ (στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο»). Για παράδειγμα, ένας που θεωρείται ως καθαρόαιμος Γερμανός έχει το δικαίωμα να υιοθετήσει κάποια άλλη κουλτούρα από αυτήν που του δόθηκε εφόσον ο ίδιος θεωρεί ότι τον εκφράζει, και ταυτόχρονα, έχει το δικαίωμα να μοιραστεί τα ιδεώδη που αυτή πρεσβεύει με άλλους, δίχως αυτό να τον καθιστά «προδότη». Μια κουλτούρα μπορεί να ξεφύγει από τα πλαίσια των πολιτισμικών «συνόρων» που επιβάλουν οι εθνικές ομάδες. Οι κοινωνίες που καταπατούν την ατομικότητα ονομάζονται ολοκληρωτικές (κοιτώντας προς το όλον). Όταν κάτι τέτοιο γίνει κατανοητό, τότε ίσως αντιληφθούμε και την ασημαντότητα των εθνικών ταυτοτήτων, ιδιαίτερα στην περιοχή των Βαλκανίων η οποία ιδεολογικά και πολιτισμικά έχει ποτιστεί από το δηλητήριο αυτό. Μερικά παραδείγματα ολοκληρωτικών κοινωνιών που επένδυσαν στη λογική του εθνικισμού είναι η ναζιστική Γερμανία, η φασιστική Ιταλία και η φρανκική Ισπανία, οι χούντες της κεντρικής και νότιας Αμερικής αλλά και τα Σταλινικά καθεστώτα τα οποία επί σωρεία ετών προωθούσαν συστηματικά έναν συγκεκαλυμμένο ρατσισμό, όπως η Κίνα του Μάο Τσε Τουνκ ή το καθεστώς του Στάλιν (διώξεις μειονοτήτων, μεταξύ αυτών και πολλών Ελλήνων, Κινέζων και Εβραίων). Σε κοινωνίες, λοιπόν, όπου τα ιδεώδη της αυτονομίας δεν έχουν εισχωρήσει βαθιά, η έννοια της ατομικότητας περιφρονείται, κι έτσι, βρίσκουν αφορμή να ξεπηδήσουν μέσα από τον όχλο δημαγωγοί και ολοκληρωτικά κινήματα. Στην περιοχή των Βαλκανίων οι δημοκρατικές παραδόσεις είναι ιδιαίτερα περιορισμένες και αντί αυτών ο Σταλινισμός και ο Εθνικισμός εμφανίζεται ως μοναδική έξοδος από τον «ξενόφερτο» Νεοφιλελευθερισμό.

Ο εθνικισμός αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες εκφράσεις ολοκληρωτισμού στη σύγχρονη πολιτική σκέψη, μιας και αγνοεί το άτομο και την δυνατότητα του καθενός να σκέφτεται διαφορετικά από τον τρόπο που του επιβάλλουν οι εκάστοτε δοσμένες παραδόσεις. Βλέπει τους ανθρώπους ως μάζες παρά ως αυτόνομα όντα, ξεχωριστά μεταξύ τους, που αυτή ακριβώς η διαφορετικότητά τους είναι που τους καθιστά ικανούς να συνθέτουν νέες παραδόσεις και ν’ ανανεώνουν την τοπική και παγκόσμια πολιτισμική κληρονομιά, δημιουργώντας αλληλεοπηρεαζόμενοι. Βλέπει τους ανθρώπους ως αναλώσιμο υλικό, που έχουν χρέος να σκοτώσουν όσους περισσότερους «εχθρούς» μπορούν και να πεθάνουν και οι ίδιοι κατά χιλιάδες «για την πατρίδα», καταρρακώνοντας, έτσι, κάθε έννοια και αξία σεβασμού προς τον άνθρωπο, εμφυτεύοντας παράλληλα το μίσος στη θέση της επιθυμίας των ανθρώπων να συνυπάρχουν αρμονικά.

Ο εθνικισμός δεν επιδιώκει απλώς να εκμηδενίσει την δυνατότητα ή την επιθυμία των ανθρώπων να συνυπάρχουν, αλλά κυρίως έχει ως στόχο να διαβρώσει ολοσχερώς το υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα ήταν δυνατόν ν’ αναπτυχθεί η δυνατότητα ή η επιθυμία για ειρηνική και δημιουργική συνύπαρξη. Στα Βαλκάνια, οι χρονίζοντες εθνικισμοί δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για διάλογο, συμβιβασμό, δημιουργική συνύπαρξη. Ισοπεδώνοντας με τον παραλογισμό τους κάθε έννοια λογικής, οδηγούν σε ένα διαρκές αβυσσαλέο αδιέξοδο που ως αποτέλεσμα μπορεί να έχει στο μέλλον, όπως έγινε τόσες φορές και στο παρελθόν, την ουσιαστική ήττα και διάλυση κάθε πλευράς αφού η βία φέρνει βία, καταστροφή και δυστυχία σε όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Η πραγματοποίηση των δεδηλωμένων «φιλοπατριωτικών» φιλοδοξιών των εθνικιστών, Ελλήνων (κυρίως), Μακεδόνων ή Αλβανών θα σημάνει την καταστροφή όλων αφού η κοινή στρατηγική της γενοκτονίας που υιοθετείται απ’ όλους δεν μπορεί παρά να έχει αντίστοιχο αποτέλεσμα. Η κοινή τους αξία είναι το μίσος και η κοινή τους στρατηγική η γενοκτονία.

Ο εθνικισμός αποτελεί μια από τις εντονότερες μορφές ετερονομίας. Διότι κάθε παράδοση που ακολουθείται τυφλά (εφόσον ο εθνικιστής στοχεύει στην διαιώνιση του είδους και στην αποφυγή των αλλοιώσεων που μπορεί με βάση το ιδεώδες του ν’ αποβούν καταστροφικές), δεν επιδέχεται ούτε κριτική ούτε διαύγαση. Ο,τιδήποτε συμβάλει στην ταύτιση του παρόντος με το παρελθόν και ταυτόχρονα σιγουρεύει την «καθαρότητα» γίνεται δεκτό, δίχως δεύτερη σκέψη. Οτιδήποτε όμως ασκεί κριτική ή αμφισβητεί κάποια θέση προγονολατρείας δαιμονοποιείται, ασχέτως και αν πρόκειται για θετική τεκμηρίωση. Αντίθετα, στην αυτονομία, όλα είναι αμφισβητήσιμα – τίποτα δεν είναι ιερό και θέσφατο. Μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία διερωτάται συνεχώς σχετικά με την ορθότητα των θεσμών που διέπουν τη λειτουργία της, αμφισβητεί και αμφισβητείται τόσο από τα ίδια της τα μέλη όσο και από άλλους. Μια τέτοια κοινωνία είναι ασυμβίβαστη με το εθνικιστικό ιδεώδες.

_____________________________________________
[1] Η φράση αυτή είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε αυτούς που δίχως άλλοθι τη χρησιμοποιούν με εκδικητικό τρόπο προκειμένου να θίξουν πολιτισμικά και φυλετικά τους Μακεδόνες. Κάτι τέτοιο, φυσικά, αποδεικνύει τον ακραίο ρατσισμό και ανορθολογισμό που έχει ριζώσει βαθιά στην Ελληνική κοινωνία, ένας ρατσισμός που αντί να κατακρίνεται, γίνεται αποδεκτός λόγω του ότι η κοινή λογική απουσιάζει και η επικοινωνιακή χαώδης σύγχυση έχει παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της: οι κραυγές και ο ναρκισσισμός αντικαθιστούν τον διάλογο και την συζήτηση, ενώ τα μίση και η κλειστότητα την αλληλοκατανόηση. Η χρήση της σύνθετης αυτής λέξης, όμως, από μόνη της προδίδει τον επιχειρούντα. Διότι δεν είναι μόνο η άρνηση αναγνώρισης του μακεδονικού λαού που φανερά επικαλείται, αλλά, επίσης, η έννοια «γύφτος» χρησιμοποιείται σαν να πρόκειται για κάτι το απεχθές, σαν ο τσιγγάνος να είναι ένας υπάνθρωπος που όμοιος με αυτόν είναι ο «κακός και ανθέλληνας Σκοπιανός».

[2] Ποτέ όμως δεν μας εξήγησαν σε ποιον πολιτισμό αναφέρονται τα σχολικά βιβλία μας• εάν πρόκειται γι’ αυτόν της δημοκρατίας και της πραγματικής και ενεργούς συμμετοχής στα κοινά ή για την απολυταρχία και τον επεκτατισμό. Θα φάνταζε ιδιαίτερα οξύμωρο, ο Αλέξανδρος, ένας απόλυτος μονάρχης να είχε ως στόχο του την διάδοση δημοκρατικών ιδανικών και όχι απλά και μόνο την εξάπλωση του βασιλείου του και την απόλυτη επιβολή της αυτοκρατορίας του. Ας αναλογιστούμε πως ό,τι ήταν για εμάς ο Ομέρ Βρυώνης, για τους Κινέζους ο Τζέκινς Χαν, για τους κατοίκους της κεντρικής Ευρώπης ο Αττίλας, για όλη την Μεσόγειο και την Ευρώπη ο Ιούλιος Καίσαρας, πιθανώς και ο Αλέξανδρος να ήταν κάτι αντίστοιχο για τους λαούς που κατοικούσαν από την Αίγυπτο ως την Ινδία. Οι σφαγές δεν καθαγιάζονται από κανένα ιδεολόγημα και δεν μπορούν παρά να είναι σφαγές.

3] Χαρακτηριστικό στοιχείο που αποτελεί τη βάση της εθνικιστικής ιδεολογίας είναι η αναζήτηση χαμένων ένδοξων μεγαλείων και η ανάγκη της ύπαρξης μιας ιστορικής γραμμής που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον (ιστορική συνέχεια). Το φαντασιακό της ιστορικής συνέχειας βασίζεται στην τύφλωση της ανορθολογικότητας αυτού που αναζητά ταυτοποίηση και βασίζει την ερμηνεία των πάντων πάνω σε κάποια μεταφυσική θεώρηση των πραγμάτων, που νοηματοδοτεί την ύπαρξή του με τα επιτεύγματα κάποιων προγόνων. Μεταφυσική, διότι έτσι του είναι εύκολο να πλάθει μύθους που ταιριάζουν με τον ψεύτικο κόσμο που έχει δημιουργήσει (ή έστω τον δικαιολογούν), ένα κόσμο όπου το κάθε τι θα πρέπει να συμβάλλει στη σύνδεσή του με το ένδοξο παρελθόν. Έτσι, με βάση την κλειστότητα αυτήν, ο Γάλλος έχει «υποχρέωση» να υπερασπιστεί την Γαλλία, ο Έλληνας την Ελλάδα… Χαρακτηριστικό παράδειγμα το διάγγελμα του δικτάτορα Γ.Παπαδόπουλου «είστε Έλληνες και έχετε την ιερή υποχρέωση να υπερασπιστείτε την Ελλάδα».

[4] Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα που αποκαλύπτουν ότι οι Ολλανδοί αποτελούν μια από τις χειρότερες χώρες αντι-ελληνικού ρατσισμού. Εν όψη της κρίσης, τον Ιούνιο του 2011, η ενέργεια του Ολλανδού ακροδεξιού Γκερτ Βίλντερς, ο οποίος μετέβη μπροστά στην Ελληνική πρεσβεία κρατώντας ένα μεγεθυμένο χαρτονόμισμα των 1.000 δραχμών και ζητώντας να βγει η Ελλάδα από τη ζώνη του ευρώ προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Ελληνικής πρεσβείας στη Χάγη. Επίσης, πριν από μερικούς μήνες σε μια εκπομπή ενός ολλανδικού καναλιού, του νεοσυντηρητικού VARA, παρουσιάστηκαν ηθοποιοί ντυμένοι Έλληνες τσολιάδες να ευχαριστούν τους Ολλανδούς που «τους έθρεφαν ενώ αυτοί τεμπέλιαζαν και τώρα τους καλούν να πληρώσουν τις συνέπειες της τεμπελιάς τους».

Συγγραφή: Julien Febvre Ian Delta

Πηγή: eagainst.com

Advertisements

About Amik

Ξέρω ποτέ δεν σημαδεύουν στα πόδια, στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε!
Gallery | This entry was posted in Αναδημοσιεύσεις, Ελλάδα, Κόσμος and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s