«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος». Αφιέρωμα στην Κατερίνα Γώγου…

Ένα αφιέρωμα για το ανεξάρτητο και ελεύθερο μυαλό που λέγεται  Κατερίνα Γώγου. Η ιστορία μιας ηθοποιού-ποιήτριας  από τα πρώτα της χρόνια στη δραματική σχολή μέχρι τα πιο δύσκολα κεφάλαια της ζωής της  και το τέλος που ήρθε λυτρωτικά γεμάτο πόνο οργή και λύπη…
 

Κανείς δεν θα γλυτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα’ χει ούτε μισό μισοσβυσμένο Όχι.
Θα βουλιάζουμε – βουλιάζουμε –
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
απο διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
και ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑI

 

 

Θα’ ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.

Να το θυμάσαι Μαρία.

Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα

εκείνο το παιχνίδι

που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη –

μη βλέπεις εμένα – μην κλαίς.

Εσύ εισ’ η ελπίδα

άκου θα’ ρθει καιρός

που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς

δεν θα βγαίνουν στην τύχη

Δεν θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές

με γυρμένους απέξω

Και τη δουλεά θα τη διαλέγουμε

δε θα’ μαστε αλογα

να μας κοιτάνε στα δόντια.

Οι άνθρωποι – σκέψου!-

θα μιλάνε με χρώματα

κι άλλοι με νότες

Να φυλάξεις μοναχά

σε μια μεγάλη φιάλη με νερό

λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές

απροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή –

κέρδος – εξευτελισμός

για το μάθημα της ιστορίας.

Είναι Μαρία –

δε θέλω να λέω ψέματα –

δύσκολοι καιροί.

Και θα’ ρθουνε κι άλλοι.

Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι απο μένα πολλά –

τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω

κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά :

«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».

Θα την αλλάξουμε τη ζωή!

Παρ’ όλα αυτά Μαρία.
(Από τη δεύτερη ποιητική συλλογή της ηθοποιού και ποιήτριας Κατερίνας Γώγου«Ιδιώνυμο«, Εκδ. Καστανιώτη)

«Πάει.

Αυτό είταν.

Χάθηκε η ζωή μου φίλε

μέσα σε κίτρινους ανθρώπους

βρώμικα τζάμια

κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.

‘Αρχισα να γέρνω

σαν εκείνη την ιτιούλα

που σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.

Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.

Είναι το γαμώτο που δεν έζησα».

 

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου του 1940. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και στις σχολές χορού των Πράτσικα, Ζουρούδη και Βαρούτη. Εργάστηκε από μικρή ηλικία σε παιδικούς θεατρικούς θιάσους και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της φίνος φιλμ. Όντας πνεύμα ανήσυχο όμως, δεν έμεινε εκεί.
Το αγοροκόριτσο του παλιού ελληνικού κινηματογράφου κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Τρία Κλικ Αριστερά». Το ανέμελο κορίτσι του σελιλόιντ κραύγαζε κραυγή μεγάλη, ώριμη γυναίκα πια ηλικιακά και με το πρόσωπο της απελπισίας για δέρμα της. Άνθρωπος υπερκινητικός με μυαλό που δούλευε συνέχεια στο κόκκινο, γνώρισε από νωρίς την μέσα ήττα. Ίσως γι’ αυτό η φωνή της βρήκε τέτοια απήχηση στη νεολαία της εποχής. Ήταν ένα σώμα που έζησε ξέφρενα σχεδόν τα πάντα κι ένα μυαλό που κάηκε τελικά από την ανημποριά του ν’ αντιμετωπίσει το φονικό σύστημα αξιών της εποχής, που επέβαλλε τις ζωές – φωτοτυπίες. Έγινε μια τεράστια κραυγή, μια ηχώ απελπισίας, την οποία, εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον, οικειοποιήθηκε κατά το πλείστον ο (ιδεολογικός) χώρος των εξαρχείων.
Ο λόγος της είναι έξω από φόρμες και κυρίως έξω από τα όρια του κινούμενου, κατά των εποχών, ήθους. Ήταν ασυμβίβαστος. Η Κατερίνα, φωνάζει, βρίζει, κλαίει, ουρλιάζει, κομματιάζεται. Αυθεντική όπως ο πόνος. Απόλυτη όπως το αδιέξοδο.
Το 1986, η Κατερίνα έλεγε: «Δεν θέλω να γίνω μελό, δεν πουλάω τα παιδικά μου χρόνια, ούτε τα πρόσφατα… Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη. Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναι στη ζωή. Έγραφα γιατί ήταν μια αναγκαιότητα για μένα. Μια κίνηση για να μην αυτοκτονήσω. Τώρα μου έχει περάσει. Δεν θέλω να αυτοκτονήσω, έχω φύγει από αυτό. Αισθάνομαι ανασφαλής γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς να έχω τίποτα, χωρίς να ανήκω πουθενά…»
Η Κατερίνα αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ελληνική ποίηση. Η αιώνια έφηβος, η οργισμένη, η πιο σπαρακτικά ραγισμένη φωνή της γενιάς της. Μια ποιήτρια που έγραφε για να μην εκραγεί, που είχε κάνει τον πόνο και το παράπονο στίχους, κι αυτοί οι στίχοι ήταν πάνω απ’ όλα αληθινοί.
Όπως έχει ειπωθεί «Η Κατερίνα Γώγου έκανε ποίηση σε μια εποχή που οι άλλοι «ποιητές» έκαναν δημόσιες σχέσεις. Πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια ποίηση. Ανάμεσα σε χάπια, ποτά, σβησμένα τσιγάρα, φτωχογειτονιές, προδοσίες…»
Το σίγουρο είναι ότι η Κατερίνα ήταν ένας ασυμβίβαστος άνθρωπος, κάποια που δεν άντεχε όλο αυτό τον πόνο και την αθλιότητα γύρω της, και έβγαζε ποιητικές κραυγές μπας και ξυπνήσουν οι χαρτοφυλακένιοι άνθρωποι. Οι κραυγές της δεν πήγαν χαμένες, αφού όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι διαβάζουν την ποίησή της, όλο και περισσότεροι αληθινοί άνθρωποι την ανακαλύπτουν.
Η ζωή όμως δεν χαρίζεται… Προσπάθησε να αντιμετωπίσει τα πράγματα ως θεατρίνα. Μόνο που σ’ αυτήν την περίπτωση τη μάσκα τη φορούσε για να αντέχει τον καθρέφτη. Δεν της χαρίστηκε ούτε ο θάνατος. Τη βρήκαν στο δρόμο. Η τελευταία υπερβολική δόση (3 οκτωβρίου του 1993). Από όλες τις προηγούμενες (πόνο, πείνα, απόγνωση, διωγμό) είχε γλυτώσει. Αυτή είναι η Γώγου. Ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή αλλά που δεν τον άφησαν να ζήσει, τον πνίξανε. Κατερίνα τουλάχιστον τώρα ελπίζω να είσαι ελεύθερη. «Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.
Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε;».

25 ΜΑΪΟΥ
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ’ άφησαν-
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας «φασίστες!!»
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
– γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
«έτσι» «αόριστα»
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.

πηγή tvxs.gr
Advertisements
Gallery | This entry was posted in Αναδημοσιεύσεις, Ελλάδα, Ζωή, Πολιτισμός and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s